I II III IV

Ι
ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΑΣ

 

['Απ' τό ταβάνι κρέμεται μιά λάμπα πετρελαίου. Λίγο φῶς, ἄπλυτο, τσαλακωμένο, ἀξύριστο, πέφτει πάνω στόν ἄντρα πού προσπαθεῖ ν' ἀνοίξει δρόμο ἀνάμεσα σέ χαρτιά, στό τραπέζι μιᾶς ἀνύπαρκτης σάλας. Μοιάζει ἤδη νεκρός, θαμμένος σέ μιά πυραμίδα ἀπό χαλιά κρεμασμένα στά παράθυρα, γιά νά μή φεύγει σταγόνα φῶς ἀπό τό ναυαγισμένο σπίτι. Πεταμένο στό πάτωμα, ἕνα πανωφόρι στρατιωτικό. Τά διακριτικά του τόσο φθαρμένα πού δέν ξεχωρίζουν. Δέν ἔχει σημασία. Οὔτε πώς ὑπῆρξε φοιτητής τῆς Θεολογίας. Σημασία ἔχει πώς κατηγορεῖται γιά ἐγκλήματα πολέμου καί πώς ὁ μοναδικός φίλος του εἶναι μακριά, ἀσφαλής μέσα στήν ἔπαρση τῆς δοκιμασίας του, ἀπό τόν καιρό πού ἄφησε τή Στρατιωτική Ἀκαδημία γιά νά μονάσει. Ὁ ἄντρας γράφει στό φίλο του. Τό γράμμα δέν τό ταχυδρόμησε ποτέ. Ἐξ ἄλλου, θά ἦταν μάλλον ἀπίθανο νά ἔφτανε στόν παραλήπτη. Βρέθηκε πάνω στό τραπέζι κι ὁ ἄντρας νεκρός. Ἄγνωστο ἄν αὐτοκτόνησε ἤ ἐκτελέστηκε. Ὁ φίλος του σκοτώθηκε στό βομβαρδισμό τοῦ μοναστηριοῦ, ἕνα μήνα πρίν. Κάπου στά Βαλκάνια. Νύχτα.]

 

γώ, ὁ Στέφανος, ἀνάξιο πλάσμα
- πεταμένο τό ὑλικό πού ξόδεψε ὅποιος μ' ἔφτιαξε
ἀπό λάσπη ἤ ἀπ' ὄνειρα, ὅπως λένε,
χαμένη ἀνάσα ἡ φωνή πού ἔφραξε τ' ὄνομά μου
σέ Παράδεισο ἤ Κόλαση, παλιόξυλο τό δέντρο
ἀπ' ὅπου ἔκοψα τό κάτεργό μου -
θύτης στόν πόλεμο καί θύμα στήν εἰρήνη,
μέ τήν ἴδια ἔξαψη, τήν ἴδια προθυμία, τήν ἴδια ἀφοσίωση,
πρός τόν ἄξιο μοναχό Τιμόθεο,
κάποτε ἀγαπημένο συμμαχητή Γκοράν,
φίλο τῶν παλιῶν μου ἀτοπημάτων
κι ἐχθρό τῶν τωρινῶν μου ἐγκλημάτων.

Ἄν ἔχεις κάποια ἰδέα τί σκέφτεται ὁ Θεός
γιά τήν κατάντια μας, γράψε μου ἀμέσως.
Δέ θά' θελα νά μ' ἔβλεπε ἔτσι ἀνοχύρωτο μπροστά του.
Ἄν δέν ἔχεις, τί κάνεις ἐκεῖ πέρα στίς ἐρημιές;
Τόσο ἀκατάδεκτος ἔγινες πιά μέ τή ζωή,
ἐσύ πού ὑποτίθεται πώς ἤξερες καλά
πόσο θηρίο ἀναιρεῖ κάθε ψυχή
καί πόσο αἷμα ἀποσιωπεῖ ἡ σάρκα;

Θυμήσου κήπους!

Ὅσο γιά μᾶς,
ἐξακολουθοῦμε νά ἐμπιστευόμαστε τό σῶμα μας,
ὑπόχρεοι σ' ἔναν ὄλεθρο συμβατικό·
κάτι σάν τραῦμα σέ πεδίο μάχης.

Τί λιγότερο θά μποροῦσες νά φοβηθεῖς;

Ἐπενδύουμε στό θάνατο.
Στήν ἀρχή εἶναι πάντα...ἐποικοδομητικά!
Ξεριζώνουμε τά χωριά τό ἕνα μετά τό ἄλλο.
Ὕστερα...λασπώνουμε, συμπεριφερόμαστε στόν ἄμαχο ἄνθρωπο
σάν πεινασμένοι λύκοι. Θά μᾶς ἐκδικηθοῦν, ὑποθέτω.
Τούς ἐκδικούμαστε προκαταβολικά καί πάει λέγοντας,
σφάζοντας, ρημάζοντας, αὐτοκτονώντας ὅλη μέρα
ἐπιβιώνουμε τή νύχτα. Νεκρώνονται τά σπλάχνα μας
ὅταν χιμᾶμε σέ σπλάχνα ἄλλων. Καθένας ξενυχτάει
πολλούς νεκρούς γιά νά μήν κλάψει τό δικό του.
Ζητᾶμε μιά πηγή καί εἴμαστε πλασμένοι ἄμμος.
Καθένας γίνεται ὅλο καί περισσότερο...ἄνθρωπος.
[Κι ὁ ἀετός στά ὀρεινά φτερά του ἐλπίζει ἕνα τέλος πεδινό!]

Ἐγώ δέν εἶμαι πιά ὁ κυνηγός πού ἤξερες.
Κατάλαβα πώς ὁ νεκρός ἀπουσιάζει.
Ποιόν νά ρωτήσεις γι' αὐτή τήν ἀπίστευτη ἔκλειψη;
Θέλεις νά φωνάξεις: «Τά χέρια του, τά χέρια του,
ποῦ εἶναι τά χέρια του, ἕνας ἄνθρωπος χωρίς χέρια,
τί φρίκη, τί ἀβάσταχτη φρίκη!» καί σκέφτεσαι:
«Τά χέρια του, αὐτά τά χέρια δίχως ἄνθρωπο! »
Πρόκειται, τό δίχως ἄλλο, γιά ἐθισμό.
Τί σημασία ἔχει ἄν ἡ γλώσσα
δέν ἀπαιτεῖ νά θάψεις τά σφάγιά της,
σκάβοντας μέ τά χέρια ἕνα χῶμα σκληρό σάν ἀξίνα;
Τί κερδίσαμε ἀπ' αὐτή τήν ψυχαγωγική εἰρήνη;
Θεατές ἤμασταν. Ἀφήναμε στήν ἄκρη
ἀγωνίες κι εὐαισθησίες. Ὅταν κάποιος ξέφευγε
τό βλέμμα τοῦ θηρίου, οὐρλιάζαμε σκοτεινά,
σάν νά χάναμε τό τρόπαιό μας.
Θηρία ἤμασταν ἀκυρωμένα στήν κερκίδα.
Ὕστερα, τό θύμα ἔπεφτε πάντα στήν παγίδα.
Κάποτε διαμαρτυρόταν μαρτυρικά,
κάποτε δέν προλάβαινε κάν νά βογκήσει
τόν τρόμο τῶν ἀδίστακτων νυχιῶν.
Ξερνοῦσε τόν ἀέρα ἀλύπητα,
θαβόταν ἤδη στήν κατάντια του,
πρίν παραδώσει τόν πανικό τῶν ματιῶν του,
τόν ἱδρώτα τῶν χεριῶν του,
τήν καταδίκη τῶν χειλιῶν του.
Σηκωνόμαστε μέσα μας, ζητοῦσαμε νά δοῦμε
πῶς ἀναβλύζει ὁ θάνατος ἀπό παραίτηση.
Πεινοῦσανε τά μάτια μας ὅ,τι ξεδίψασαν τ' αὐτιά μας.
Ἀνοίγαμε τήν καρδιά μας στά θηρία,
τ' ἀποθεώναμε, μέ βλέμμα ὀρθάνοιχτο.
Προσευχόμασταν αἰώνια δόξα στίς κοιλιές τους.
Οὐρλιάζαμε ταχύτατες ἀνάσες,
μαστιγώναμε τήν ὀργή νά τρέξει λύσσα.
Τρίζαμε τα δόντια μέ μανία,
κομματιάζαμε μέ ξεραμένα χείλη
ὅ,τι ἀπέμενε ἀπ' τό σφάγιο στήν ἀρένα.
Θηρία στήν κερκίδα ἐγκλωβισμένα.
Εὐάερη, εὐήλια κερκίδα, γυάλινη ἀρένα...

Πόσο φῶς μπορεῖ ν' ἀντέξει
μιά βιαστική ἀναπαράσταση ἀπελπισίας;
Ἕνα κομμένο χέρι τό πολύ.
Δέν προλαβαίνεις κάν νά μετρήσεις τά δάχτυλα.
Κάποτε, ὥρα περίεργη βαμμένη πορφυρή,
σκέφτεσαι: κι ἄν περίσσευαν δέκα λαγκάδια ἀηδόνια σκοτεινά,
κι ἄν ἔλειπαν εἰκοσι τέσσερα φεγγάρια ξάγρυπνες αὐλές;
Πῶς θά ὑπολογίσεις πόση φτώχεια θέρισες,
σπέρνοντας τό αἷμα σου σ' αὐτό τό βράχο
πού ἰσορροπεῖ, σάν μεταφυσικός παλιάτσος, στό ἀδιανόητο;
Σκοτάδι, σκοτάδι κι ἐμεῖς μετανάστες
στήν τύφλα τῆς βαρυτικῆς μας ραθυμίας.

Στό τέλος, ἀπελπίζεσαι,
νιώθεις πώς μόνο σάν ἄνθρωπος μπορεῖς νά πεθάνεις,
ποτέ σάν φύλλο. Ἀλλά εἶναι νύχτα
καί τά κεράσια, πίσω στό χωριό,
βάφουν τόν ὕπνο σου, στολίζουν τίς μάντρες τῶν σπιτιῶν,
γιά νά περάσει ξύλινος ἐκεῖνος ὁ ἐκδρομικός θεός τῆς ἐφηβείας.
Ὁ ἴδιος ἀρχαῖος ἄνεμος τόν συνοδεύει
μέ δέντρα, θάμνους καί πουλιά.
Εἶναι μιά εἰκόνα. Συμφωνῶ. Ὅταν ἀρχίσει νά γλυκαίνει,
τήν κόβεις, τήν τρῶς, τήν ξεχνᾶς
στίς φλέβες, στά νεῦρα, στά κόκκαλά σου,
ἤ τή χαρίζεις στό σκουλήκι.
Ὅμως δουλεύει πάντα πρός τά ἐπάνω
τό δικό της ναυάγιο.
[Μήν προσπαθήσεις νά ξεφύγεις, τώρα πού ἀρχίζω νά μιλάω!]

Αὐτό πού ζοῦμε δέν εἶναι ὁ κόσμος,
τ' ἀπομεινάρια του εἶναι στά νύχια καί στά δόντια μας.
Νιώθουμε βρώμικοι, ἀλλά εἶναι χορταστικό:
ἔστω, παρήγορο, ἄν πρόκειται νά πεθάνεις
σάν λύκος χωρίς κυνόδοντες.
Μιλᾶμε, ἀλλά ἀπευθυνόμαστε στόν ἑαυτό μας.
Τόσο μοναχικοί τήν ὥρα τοῦ θριάμβου,
τόσο λίγο γεναιόδωροι μέ τά κίνητρά μας.
Σάν νά μᾶς φωτογραφίζει ἡ ἴδια ἡ ἱστορία
γιά λίγα κέρματα, σέ κάποιο ἤδη
παρηκμασμένο θέρετρο, τελευταία φορά.

Ἔχω μαζί μου μιά παλιά φωτογραφία.
Στέκεσαι ἀπερίγραπτα ἀποφασιστικός,
προσπαθώντας νά κατευνάσεις
τά πνεύματα πού ὀχλαγωγοῦν στό βλέμμα σου,
σχεδόν χωρίς χείλη ἀπ' τήν προσπάθεια,
σχεδόν χωρίς δάχτυλα ἀπό τήν ὀργή.
Μά τί περίμενες, λοιπόν;
Πῶς νά τά βγάλει πέρα ἕνας θεός, μέ τόση συννεφιά ψυχῶν;
Ἕνα φύσημα καί θά χιονίσει ὄλεθρο, ξέρεις ἐσύ!
Ἐγώ, μιά σειρά παραπάνω, σκοτεινός μέσα στά μάτια
πού δέν κατάλαβαν ποτέ τί πεινοῦσαν, τί διψοῦσαν,
τυφλός μέσα μου μέχρι τρέλας.
Κάτι μποροῦσες νά διαβάσεις, κάτι διάβασες,
δέν ἔμαθα ποτέ: λίγο τό φῶς.
Δίπλα μου ἐκεῖνο τό περίεργα φτερωτό κορίτσι,
κουρνιασμένο στά κεράσια τῶν χειλιῶν του,
ν' ἀτενίζει ἕνα ἐλάφι φῶς στήν κορυφή τῶν ἡμερῶν μας.
Δέ συγκλονίστηκες ἐσύ τό κελάηδημά του, Γκοράν.
Τιμόθεε, Γκοράν, ὅσα πουλιά ὀνειρεύτηκε τό ἀντικρινό βουνό,
τόσα κλαδιά δέν τόλμησαν τά θάμνα
κι ὅσες ἀκτές λαχτάρησε ἡ θάλασσα ἡ μακρινή,
τόσον ἀφρό δέν τόλμησε τό κύμα.
Σκέφτομαι τώρα, τί ἐπέμενε ὁ γέροντας εὐκάλυπτος,
δείχνοντας ἕνα κάθετο σκοτάδι,
ὅταν ἡ μέρα καιγόταν πίσω ἀπ' τό βουνό;
Μετά, γαλήνη καί σιωπή.
Θυμᾶσαι; Ἔλεγα ἑρπετό κι ἔλεγες γεράκι.
Κοιμᾶται χρόνια σκόνη τό ἐρπετό
κι ἀσφυκτιᾶ χρόνια αἰθέρα τό γεράκι.
Τί περιμέναμε, Τιμόθεε, Γκοράν;
Τόν εἶδαμε νά τρέχει, φορτωμένος τό χειμώνα,
νά χώνεται στήν τρύπα του· ὕστερα,
τήν ὥρα τῆς λειτουργίας, ν' ἀνεβαίνει
μιάν ἀπόγνωση κατακόρυφη στό σῶμα τοῦ ἐσταυρωμένου.
Τί θά κέρδιζε ἀπ' αὐτή τήν περιπλάνηση;
Ἕνας θεός μυρμήγκι στό κάτεργο τῆς σάρκας,
Μεγάλη Πέμπτη! Τί ἔλεγα, Γκοράν; Τόν ἔθαψαν κρυφά.
Μᾶς ξεγέλασαν, τή μεγάλη ἐκείνη ὥρα πού μαθαίναμε
τί δέν ἦταν θάνατος καί τί δέ θά ἦταν ἀθανασία·
ἐγώ μέ τό κορίτσι πουλί κι ἐσύ μέ τόν Ντεκάρτ γεράκι·
τόν κύκνο ὕπνο του καθένας ξαγρυπνώντας:
μιάν ἀκατάσχετη αἱμοραγία προσδοκιῶν,
ἀνεβαίνοντας ἕνα θρίαμβο βουνό,
ἀκούγοντας νά ἔρχονται μέ βῆμα κάστανο ἁρματωμένο,
νιώθοντας νά κατεβαίνουν μέ γόνατα ρίζες ἐργατικές.
Θά κομμάτιαζαν τό σκοτάδι τῶν δρόμων,
θά ξεκοίλιαζαν τή νύχτα τῶν κτηρίων,
θά ἐπικρατοῦσαν, θά νικοῦσαν, θά κυριαρχοῦσαν,
θά ἐπέβαλλαν τήν ἐξουσία τῆς ψυχῆς,
τήν πέτρα τοῦ βυθοῦ, τό γρήγορο πόδι τῆς σαύρας,
τή φτερούγα τοῦ πουλιοῦ...
«Χαῖρε τό καταπράσινο πρωτοπαλίκαρό τους!»
Θυμήσου, Γκοράν! Τά δέντρα, Γκοράν!
Ἐκείνη ἡ ἀρχαία δημοκρατία τῶν δασῶν,
ἐφηβική μας μοναρχία· σέ τί διέφερε, Γκοράν;
Αἷμα δέν τρεχοβολοῦσε, Γκοράν;

Μᾶς ἔκρυψαν στό θάνατο, Τιμόθεε, ὅ,τι ἔμοιαζε μέ ζωή·
ἤ τό ἐντελῶς ἀντίθετο; Πῶς νά ξέρεις τί σαπίζει
στό σκουπιδότοπο τῆς διαλεκτικῆς,
ὅταν μυρίζει τόσο Παράδεισο τό γιασεμί;
Κι ἐνῶ ἀναλογιζόμαστε τήν εἰκόνα μιᾶς προόδου
πού θά ὁλοκληρωνόταν χάρη στίς προσπάθειες τοῦ θεοῦ
νά διαπαιδαγωγήσει τήν ἀνθρωπότητα,
καταρρέαμε μιάν ἐλπίδα,
γιά νά ὑπερασπιστοῦμε μιάν ἐπινόηση
σέ αὐστηρά καθορισμένα ὅρια.
Ἡ ζωή δέ θά ξετυλιγόταν πιά
ἀνάμεσα σέ δυό τουλάχιστον δαιμονιακά στοιχεῖα.
Τά καράβια δέ θά μοχθοῦσαν τό νερό.
Τά πανιά δέ θά λαχάνιαζαν ἐκεῖνον τόν ἀδίστακτο βυθό
πού ἀνηφόριζε μέ φύλλα κάτασπρα πρός τήν πατρίδα
μιᾶς γαλανῆς ἀθανασίας. Στό ἐξῆς,
θά κατευθύνονταν πρός μιά φωτισμένη θάλασσα·
ποτέ πρός μιά φωτεινή θάλασσα
ἤ μιά σκοτεινή θάλασσα.
Θά πέθαιναν ἀναρίθμητες ἀκτές,
ἐνῶ μαῦρες κηλίδες θά ξεφύτρωναν
πάνω στούς ξεγυμνωμένους λόφους.
Κόρφοι θά χάνονταν πίσω ἀπό βράχους,
πέτρες καί θάμνοι θά ἔκαιγαν τά μάτια
τῆς κουκουβάγιας δύσης. Κυπαρίσσια καί παλάτια
δέ θ' ἀναδύονταν, κάν δέ θά σήμαιναν
ὅ,τι στερήθηκαν πολύ πέτρινα πρίν.
Μέταλλο μόνο, λυσσασμένο γιά σκουριά,
φτερά κατάμαυρων πουλιών πού ἀποστομώνουν
μιά βαλκάνια νύχτα, χτυπημένη ἀπό ἔρωτα βαθύ,
αἷμα ξέφρενο, χορευτικό, οἰνοπνευματῶδες,
κι ὁ Ἕλληνας καλόγερος νά ὠρύεται:
«Ὅ,τι προλάβουμε τό βράδυ πού ξυπνάει
θεός βρικόλακας, λυκάνθρωπο τόν κόσμο.
Σέ λίγο ξημερώνει συνήθεια κι ἀνία!»
Ὑπάρχει ἀκόμη· τό χώμα βάφει τά μαλλιά του πατρίδα,
ρίζες σκοτεινές, ἁρπάζουν, σφίγγουν μιά χαίτη
πού δέν ἐλπίζει ἄνεμο πιά, ἀλλά μοσχοβολάει
Κυριακή, πλατάνι καί κρασί, λεμόνι παραισθητικό
στήν κατάλευκη ἐπικράτεια τῆς νύφης.
Σκέφτεται τό θάνατο, ὅπως πάντα, καί γερνάει τόσο βαθιά.

Γκοράν, Γκοράν, μιλοῦσα γιά ζωή. Ἤ μήπως εἶναι
αὐτή ἡ ρακοσυλλέκτρια βροχή πού βγῆκε
στή γύρα ἀπό νωρίς; Ἄν ἤσουν ἐδῶ!
Ἄν μποροῦσες νά δακρύσεις μαζί μου
τά τρομερά εὑρήματά της:
τό δέρμα ἑνός φεγγίτη πού κάποτε ἦταν τζάμι,
δυό-τρία δάχτυλα σκουριά πανάρχαιοι μεντεσέδες,
μιά ἀγκαλιά τσουκνίδα χορτασμένη σάπιο ξύλο.

 

Δέν καταλαβαίνεις πιά;
Ἐπινόησαν μιά νέα ἐπιστήμη τῶν παθῶν,
ἀφύσικη σάν φύσημα ὀχιᾶς σέ ξυράφι:
ὁ μαθητής πού δένει τό σανδάλι του
εἶναι ἕνας Ἀχιλλέας χωρίς Πάτροκλο,
ἐπιπρόσθετα ἀνίκανος νά θυμώσει.
Ὁ Χριστός, χωρίς γένια, δέν μπορεῖ νά παραβάλλει
στό παραμικρό τό Δία, ἄν καί δέν εἶναι ἀπαραίτητο.
Τό δεξί του χέρι ἐπιμηκύνεται ἔντονα
γιά νά τονιστεῖ ἡ χειρονομία τῆς εὐλογίας.
Μακρύ χέρι, μεγάλη εὐλογία.
Μεγάλο τεῖχος, ἀτέλειωτη σφαγή.
Δές, ἡ τέχνη εἶναι μιά ἀφαίρεση.
Τήν ἀνασύρεις ἀπό τή φύση, ἀφοῦ προηγουμένως
ὀνειρευτεῖς καί σκεφτεῖς βαθιά τί θά προκύψει.
Εἶναι τό μόνο μέσο γιά ν' ἀνέβεις πρός τό θεό,
κάνοντας ὅπως ὁ θεός. Κι ἄν δέν ἀναπαράγεις
παρά τά ἐπιφανειακά χαρακτηριστικά,
ὅπως ὁ φωτογράφος; Ὑποκρίνεσαι, ὥσπου κάποιος
ν' ἀναλάβει τήν ὁργάνωση τῆς παραγωγῆς:
ἕνα παιχνίδι μέ ἀντίπαλο μιά φύση τεχνητή,
κι ὁ ἄνθρωπος νά ζεῖ κάτω ἀπό τή σκιά
γιγάντιων μηχανημάτων.
Τό κοπάδι μαζεύεται στό μαντρί.
Ξεχνάει τί σημαίνει χθές, σήμερα, αὔριο.
Τρώει, ξαπλώνει, χωνεύει.
Ἡ εὐτυχία δέν εἶναι ἐλπίδα πιά, εἶναι ἐπιδίωξη.
Ξηλώσαμε τόν ὕπνο μας,
γιά νά μπαλώσουμε τά κουρέλια τῆς μέρας.

Ποιός ἱσχυρίστηκε τή λογική;
Ἀπό τί ἔπασχε ὀ δύστυχος;
Σκοπός τῆς φιλοσοφίας εἶναι ἡ λογική
διασάφηση τῶν στοχασμῶν.
Ἡ φιλοσοφία δέν εἶναι θεωρία, εἶναι δραστηριότητα.
Πρέπει νά ἀποσαφηνίζει καί νά ὁριοθετεῖ
αὐστηρά τούς στοχασμούς, συχνά, θά λέγαμε θολούς
καί συγκεχυμένους. Πάει καλά!
Ἡ Θεολογία στοχεύει στή διασάφηση τοῦ ἀδιανόητου.
Δέν εἶναι δραστηριότητα, εἶναι θεωρία:
ἄλλη θεωρία, πιό... ἀνοιχτομάτα.
Ἡ ἐπιστήμη σκοπεύει νά δεῖ τά πάντα ἀπό πολύ ψηλά
καί πολύ ψυχρά, νά ἑρμηνεύσει τά πάντα.
Κι ἔτσι ἔχουμε τήν τέλεια εἰκόνα ἑνός γύπα:
Ὑψώνομαι, βλέπω, χιμάω.
Ὑστερα σκέπτομαι τό ὅλο ἐγχείρημα
κι ἀναζητῶ στ' ἀπομεινάρια τοῦ θύματος
τόν ἀποχρώντα λόγο τῆς ζωῆς,
ὁπωσδήποτε κόκκινο, ἐφιαλτικά κόκκινο.
Σπουδαία ἀνακάλυψη! Δε χρειαζόταν
παρά να κόψεις τίς φλέβες σου τήν κατάλληλη στιγμή,
λίγο πρίν ἀρχίσεις νά ἐπινοεῖς ἀνοησίες
στή θέση τῶν καθηκόντων σου,
ἀκριβῶς τή στιγμή πού ἀρχίζεις νά περιστέλλεις
ὅση περισσότερη Ἄνοιξη μπορεῖς στούς ρεμβασμούς σου.
Τό Σεπτέμβρη, τά σταφύλια κοκκινίζουν
καί ὁρισμένα μάλιστα γίνονται μαῦρα.
Τί μπορεῖ νά σημαίνει αὐτό,
ἄν ὄχι γλυκόξυνη ἀνατριχίλα στήν ἄκρη τῆς γλώσσας;
Τό νόημα μιᾶς λέξης εἶναι ἡ γεύση της,
ἡ μυρωδιά, τό άγγιγμά της, ἡ μανία
νά σπάζει τά πιατικά τῆς σιωπῆς,
πάντα πρίν τό τραπέζι τῆς Κυριακῆς,
ἡ λάσπη πού κόλλαγε στά παπούτσια μας,
ἡ βροχή στά τζάμια, οἱ μεντεσέδες
πού πείσμωναν καί δέν ἄνοιγαν,
σάν χούφτες δεσμοφύλακες ἑνός νομίσματος
μέ κοντά παντελόνια καί λασπωμένα παπούτσια,
οἱ φωνές τῆς γιαγιᾶς ἀπ' τό παράθυρο...
Εἶχε σημασία τί γλώσσα μιλοῦσε;

Κατάλαβε, Τιμόθεε, Γκοράν, ὅπως θέλεις, ἀλλά κατάλαβε.
Ἐπιχειροῦσαν νά μᾶς συντρίψουν στ' ἀνοιχτά
δυό τρία κύματα ἄνθρωποι καλοσιδερωμένοι.
Προσευχήθηκα, προσπάθησα νά μήν τούς κρίνω
μέ μιάν ἄβυσσο ὀργή, προσπάθησα νά μείνω
στά ρηχά τῆς ἀπελπισίας. Ἐξέφρασα ὡστόσο
μιά λύπη ἀσφυκτικά βαθιά, γιά τή βία καί τήν αἱματοχυσία
πού ἔρχονταν τρέμοντας ἄστεγους γέροντες
σέ παγκάκια, βιτρίνες ὁλόφωτες, παραδείσους
ἑνός εὔπορου θεοῦ πού δέν εἶχε ποτέ του θεό.
Σχεδόν φώναξα πώς κάτι πολύ σημαντικό
γλιστράει σιωπηλά στή ζωή τοῦ ἄμαχου ἀνθρώπου,
μιά καταστροφή τῶν παλιῶν του ἀπογευμάτων
στούς ἀνθισμένους κήπους, μιά φυλλοβόλα ἀπογοήτευση
ἀπό τήν ὑπερβολική πίστη στήν ἀξία τῆς καλλιέργειας.
Ἐνίοτε κραύγασα! Ἀπό τή μάχη τῶν ἐμπόρων,
κανείς δέ βγαίνει ζωντανός, Γκοράν·
δέν ἀγωνίστηκαν ποτέ κάτι δικό τους.
Ἀκόμη καί τή φτώχεια τους, ἔτοιμη τή βρῆκαν.
Πῶς νά γνωρίζουν τό χείμαρρο
πού ἐπιμένει κάθε πηγή στόν ψίθυρό της;
Πῶς νά δεχτοῦν τή θύελλα πού σαλεύει
στό ἀνάστημά του κάθε δέντρο;
Πῶς ν' ἀκούσουν τό τριζόνι πού χαράζει
δέκα δάχτυλα κομματιασμένο ὕπνο
στήν ἀγρύπνια τῆς φωνῆς του;
[Δάνειος ἄνθρωπος, δυό χέρια δυστυχία.
Ἔντοκος ἄνθρωπος δυό βήματα ἑρπετό!]
Δέν πρόκειται νά ἐπέτρεπα ἐκεῖνη
τή βαμβακερή σφαγή πού ἐτοίμαζαν στά ὄνειρα τοῦ βρέφους,
σάν γύπες λιμπεραλιστές, κλεμμένοι ἀπό κοῦκο.
Δέν πρόκειται νά σώπαινα ἐκείνον
τόν πλαστικό ἐμφύλιο πού ἐξόπλιζαν στά μάτια τοῦ παιδιοῦ,
σάν φίδια σοσιαλιστικά, θρεμμένα ἀπό γεράκια.
Δέν πρόκειται νά ἔκλαιγα γιά δυό χωράφια δάχτυλα
λιγότερα, πεντέξι σπίτια δόντια σπασμένα, ματωμένα...

Ἐγκληματίας λοιπόν Γκοράν;
Ἐγώ, ἐδῶ κάτω, οὔρλιαξα, πόνεσα τό σπιτικό θεό μου:
ἕνα ποτήρι ξέφωτο κρασί, λίγο ψωμί καί μιά κουβέρτα.
Τόν Μότσαρτ τόν μουρμούριζα.

Δέν ἤμουν Ὀδυσσέας, ἄστεγος ἤμουν!

Τιμόθεε, ἐν Χριστῷ ἀδελφέ, Γκοράν λιποτάκτη!
Ἐσύ ἔχεις μόνο ἕναν Παράδεισο, ἐνῶ ἐγώ ἔχω δέκα νύχια.
Τί μπορῶ νά μετρήσω μέ δέκα νύχια;
Δέκα πληγές ἀρχαῖες,
σάν τραύματα ἀπό πέτρες, καταπάνω στή νύχτα.
Μή μέ ἀποφύγεις κι αὐτή τή φορά.
Ὁ Διάβολος εἶναι πάντα ἕνας θεός τῆς ἄρνησης.
Ἡ ἐπικυρωμένη εἱδωλολατρεία εἶναι θρησκεία.
Ἡ ἀπαρχαιωμένη εἱδωλολατρεία
εἶναι δεισιδαιμονία καί ἱεροσυλία.
Ἕνα χωριό ζητοῦσα, μιά ὀρεινή φαμίλια θαλπωρή.
Τό εἵδωλο ἔχει κι αὐτό τό μερίδιό του σ' ἕναν τόπο ὁλόφωτο.
Μή ρίχνεις τό σκύβαλο τῆς ὕλης στό γρεμό. Τί ἄλλο νά πῶ;
Σκουριά ὁ λάκκος πού χορταίνει τήν ξύλινη φιλοδοξία.
Ἒσταζαν πάντα οἱ ἄνθρωποι ἀνάμεσά μας:
ἰδέες, σχέδια, ἐπιδιώξεις.

Θά γυρίσω σπίτι. Πιό καλά
ποῦ, σ' ἕναν κόσμο ἤ παγωνιά ἤ πυρκαγιά;
Ὁ γέροντας εὐκάλυπτος δέν τρέχει πιά
κατά τήν τρέλα τοῦ ἀνέμου.
Θά φροντίσω νά μεγαλώσω ἕναν ἄλλο, λιγότερο φτερωτό.
Θ' ἀνοίγω τό βράδυ, θά μυρίζω ψυχές ἐργατικές:
παιδιά πού πελεκοῦν τό χρόνο μέ ξαφνικές φωνές,
γυναίκα πού φοράει κατάσαρκα δροσιά
γεμάτη τριαντάφυλλα ἀπ' τή μικρή αὐλή,
ὁ σκύλος νά γαυγίζει τό σκοτάδι
πού ἔρχεται μέ δρασκελιές ὁμίχλη
καί γάτες νά χαϊδεύονται στά χέρια μου
ἑκατομμύρια νυσταγμένους θεούς...

 

Ὡστόσο, εἶμαι βέβαιος: πρῶτα πεθαίνει ἡ ψυχή.

 

 

Γιῶργος Μπλάνας, ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ, ΕΝΑ ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΠΟΙΗΜΑ