[Ἕνα κερί σχεδόν ἀνάπηρο ἀπό τό βάρος τῆς φλόγας, γεμίζει τό κελί περισσότερο μέ σκιές παρά μέ φῶς. Δείχνει μέ δάχτυλα ἐφιαλτικά τή σκοτεινή φιγούρα ἑνός ἄντρα πού σκύβει πάνω στό μικρό τραπέζι. Μοιάζει ἤδη νεκρός, θαμμένος σ' ἕναν τάφο ἀρχαῖο ὅσο ὁ ἴδιος ὁ κάτω κόσμος. Πεταμένα στό πάτωμα τά ράσα του. Ὁ ἄλλοτε κόκκινος κεντητός σταυρός τοῦ μοναστικοῦ σκούφου τόσο φθαρμένος πού δέν ξεχωρίζει. Δέν ἔχει σημασία. Οὔτε καί πώς ὁ ἄντρας ὑπῆρξε μαθητής τῆς Στρατιωτικῆς Ἀκαδημίας. Σημασία ἔχει πώς εἶναι ἀπό καιρό μοναχός καί πώς ὁ μοναδικός φίλος του εἶναι μακριά, προσπαθώντας ν' ἀποφύγει τή σύλληψη γιά ἐγκλήματα πολέμου, ἀπό τόν καιρό πού ἄφησε τήν τή Θεολογία καί ἐντάχτηκε στίς γραμμές τῶν παραστρατιωτικῶν. Ὁ ἄντρας γράφει στό φίλο του. Τό γράμμα ἐντοπίστηκε στά ἐρείπια τοῦ μοναστηριοῦ, μετά ἀπό βομβαρδισμό καί ὁ ἄντρας νεκρός. Δέν πρόλαβε νά τό ταχυδρομήσει. Ἐξάλλου ἦταν μάλλον ἀπίθανο νά ἔφτανε στόν προορισμό του. Ὁ φίλος του βρέθηκε νεκρός στό καταφύγιό του, ἕνα μήνα μετά. Ἄγνωστο ἄν αὐτοκτόνησε ἤ ἐκτελέστηκε. Κάπου στά Βαλκάνια. Νύχτα.]
Ἐγώ, ὁ Τιμόθεος, ταπεινός δοῦλος τοῦ Κυρίου ἡμῶν,
κάποτε Γκοράν, ἀνάξιος σκλάβος τῶν παθῶν ὑμῶν,
πρός τό γενναῖο Στέφανο, θύμα καί θύτη κοινῶν προσδοκιῶν.
Ἔζησα ἤδη ἀρκετά, ὥστε νά ξέρω
πώς ἀγνοῶ τά πάντα ἐκ πείρας:
Τήν ὁριζόντια μέρα τῶν σωμάτων·
σοβαρή, λιτή, ἀποτελεσματική,
τήν κατακόρυφη νύχτα τῶν ψυχῶν·
ἀστάθμητη, ἀνεπίγνωστη, ἐπικίνδυνη,
τό μεσημέρι, κεκλιμένο κατά τήν πυρωμένη πέτρα
καί τόν κατάφωτο σκίνο, τό γεράκι
πού ἀκροβατεῖ κάτι ταχύτατο σάν σπόρο,
μαστιγώνοντας τήν ἄπνοια, προκαλώντας τό βράχο,
ἐρεθίζοντας τή σκόνη, σημαίνοντας ἴσως
νερό κι ἁλάτι καί γαλάζιο. Ἴσως,
ἀλλά αἰσθητά πιό σκοτεινά, σχεδόν σιδερένια·
Ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἀποτελεῖ σοβαρή ἐνόχληση,
φεύγει, ἀδρανεῖ ἢ τόν ἀφήνουν πίσω.
Τά ὑπόλοιπα εἶναι λεπτομέρειες βιαστικά ἐπινοημένες,
ὥστε νά κάνουν κάθε ἀπόφαση ἂν ὄχι εὐάρεστη,
τουλάχιστον ἀνεκτή. Τό μαρτύριο ἀρχίζει πολύ ἀργότερα:
ὅταν καί ἡ ἀπελπισία εἶναι παραγματική δυσχέρεια.
Κάποτε, οἱ σύντροφοι θά χάνονταν στό βάθος τοῦ ὁρίζοντα,
ἀργά, σταθερά, ἐπίμονα, μέχρι νά μείνει
μόνο ψύχρα καί ἀπόσταση: ἐκεῖνο τό ὑπόλευκο
ἐναιώρημα τοῦ χθές, κατάστικτο σάν ξεβρασμένο φύκι.
Ἤξερα πώς δέν θά τούς ξανάβλεπα,
ὄχι τουλάχιστον πάνω ἀπό μιά λίμνη αἵματος,
μέ τό θάνατο νά περιφέρεται στήν ἀτμόσφαιρα,
νά συμπλέκει φόβους καί τρόμους ἀγνώστων,
νά διαπλέκει τήν καχυποψία, τήν ἐπιφυλακτικότητα,
τή μοχθηρία πού θησαυρίζει καθένας
ἀναγκαστικά ἤ τουλάχιστον ἀναπόφευκτα.
Ἤξερα πώς καμιά στιγμή ἀδυναμίας
δέ θά ἐπέτρεπε νά ζητήσω ἕνα κουπί
σέ χρυσαφένια ἀκτή, καμιά ἐφηβική
καταιγίδα δέ θ' ἀναγνώριζε στό κενοτάφιό μου
τά ναυάγιά της, τά παιδιά
δέ θά ἔδεναν μικρά, ἀμήχανα σκυλιά,
οὕτε οἱ βοσκοί μεγάλα, ἀποφασισμένα σκυλιά.
Δέ θά σήμαινα καμιά ἀμμουδιά,
σημαίνοντας κάθε ἀμμουδιά.
Δέν ἤμουν Φιλοκτήτης· μόνος ἤμουν!
Καί θά 'πρεπε νά ξαγρυπνήσω,
νά γνωρίσω τίς βαθύτατες σκιές πού κατοχυρώνουν τό φῶς,
λίγο πρίν τελειώσει τό φῶς, ν' ἀνασάνω
τήν ἀνθρώπινη καχυποψία, τήν ἀνθρώπινη ἐπιφυλακτικότητα,
τήν ἀνθρώπινη μοχθηρία στό μπλέ βαθύ τῆς νύχτας,
ὥσπου νά μείνει ὁ κόσμος σκέτη δροσιά στούς ὤμους,
σκέτη νυχιά στίς κλειδώσεις.
Ὑπέθεσα πώς σύντομα θά κυριαρχοῦσε τό σῶμα:
ἕνας θάνατος ἁπλός, ἐπίπεδος, ὠχρός
κι ἡ ζωή μου θά ξεχνοῦσε τό βαθύ πού ὁρθωνόταν
πάντα καί πάντα πρίν σκεφτῶ κάν ἕνα κύμα·
πολύ πρίν, πολύ πίσω, λίγο μετά πού εἶδα
κι ἔνιωσα καί τρόμαξα τό θαῦμα
νά εἶμαι μιά λέξη πού φτερουγίζει μέ λαχτάρα
ὅταν ἀκούει τή λέξη της.
Σκέφτηκα τά βράχια νά κουβαλοῦν ἀνεπίτευκτα ριζώματα
μέχρι τή θάλασσα, νά ὀργίζονται κατάξερους θάμνους
πάνω ἀπ' τό κύμα. Ἤξεραν καλά
τό δρόμο τους καί ξεχώριζαν γιά τόν τρόπο τους:
πῶς νά ἐνθέσουν στό φῶς ὅ,τι βαδίζει σ' ἕναν ἄντρα
κι ὅ,τι ξαπλώνει σέ μιά γυναίκα.
Ὅ,τι κινείται στό χέρι πού χτυπάει τό θήραμα
κι ὅ,τι στέκεται στόν τρόμο τῆς φυγῆς.
Ἤξεραν καλά ἀπό ποῦ γύριζε τό κάθε σῶμα,
ὅταν ἔφευγε γιά ἐκείνη τήν πήλινη θάλασσα
πού εἶναι θάνατος ἀπό ἀπελπισία,
χωρίς ρούχα, χωρίς ὁπλισμό,
πίνοντας νερό κάθε τρίτη μέρα
καί τρώγοντας ἁλάτι κάθε δεύτερη:
ἡ προσδοκία τοῦ τρομεροῦ γαλάζιου, ἤδη τρομερή.
Τότε κοιμήθηκα· ὀνειρεύτηκα μιάν ἀνθηρή ἀλαζονεία φύλλου.
Μάταιος κόπος. Ἡ ἀπερίσκεπτη φτερούγα τῆς πληγῆς μου
ἀνῆκε ὁριστικά στό ἀπροσπέλαστο: μιά ἐπίμονη ἀναβολή,
ἕνας ρόγχος πιό πέρα ἀπό τό πουθενά·
κόκκινο, βαθύ, αἰχμηρό, πρός τά μέσα κι ἀπό μέσα.
Κάποιος φοβέριζε τόν ἄνεμο μ' ἔνα κερί ἀναμμένο.
Μονολογοῦσε: «Ὄμορφη ἦταν ἡ μέρα ὅταν κυνηγούσαμε.
Λίγο μακρύτερα, οἱ κοπέλες λύγιζαν τίς φτέρες τῶν χεριῶν τους
στό δροσερό ἀεράκι κι ἄφηναν τό νερό νά γράψει
τραγούδια σκοτεινά: μέσα, βαθιά,
πιό μέσα, πιό βαθιά, στά μάτια τοῦ σκύλου·
τό θήραμα κόκκινο στήν ἄκρη τῆς γλώσσας,
δρόμος τό ποτάμι καί τό πόδι γλώσσα ψαριοῦ».
Μονολογοῦσε, ἀλλά δέν πήγαινε πιό μακριά
ἀπ' τήν καρδιά μου, μ' ἕνα κάρβουνο στό στόμα καί μόνος:
γεράκι σέ δάσος, φίδι σέ γκρεμό.
Ὕστερα ἦρθε τό σῶμα· νερό κι ἀνάσα·
τό νερό ἀπαιτοῦσε κῆπο κι ἡ ἀνάσα φωτιά,
μερικές λέξεις: δέκα δάχτυλα πόνο,
ἕναν τόπο: μιά κατοικίδια θάλασσα
πού ἔχασε τό κύμα της κι ἔγινε χέρια,
δάχτυλα σπηλιές, νύχια βυθίσματα,
τά πράγματα: κουρέλια ταϊσμένα αἷμα,
τά γεγονότα: κραυγές μεγαλωμένες μέ σιωπή,
σακατεμένα ὑποζύγια· δέ σοῦ προσφέρουν τίποτε
καί ὅμως ἐκβιάζουν ἕναν ἀφόρητο χειμώνα
στή διάφανη ἀδράνειά τους.
Πού θά κατέφευγα, Στέφανε,
γενναῖε Στέφανε, δειλό ἑρπετό τοῦ σκονισμένου θριάμβου;
Πῶς θά σερνόμουν στήν ἀρένα τῶν ἐπιχειρημάτων τους;
[Καί λάκκος μέ λιοντάρια νά ἦταν θ' ἄλλαζε τίποτε;]
Τί θ' ἀντέτασσα στή βία τῶν στόχων;
Προτίμησα ν' ἀμφιβάλλω γιά ὁτιδήποτε καθαρό,
ἀκέραιο, ἀρτιμελές. Προτίμησα, ἐγώ ὁ «παλικαράς»
καί «στρατηλάτης», νά ὑποκύψω
στή ζέστα τῆς σιωπῆς - πές την ἀπάθεια ἄν θέλεις -
γιά νά δείξω πώς ὁ χρόνος φθείρεται
ἀπ' τόν καιρό πού ὑπάρχει χρόνος.
[Ψέματα, ψέματα: πώς ὁ χρόνος
παλεύει μέ τίς ψεῖρες του
ἀπ' τόν καιρό πού ἐνέσκηψε ἀνάμεσά μας
ἡ ἐπιδημία τῆς προσδοκίας].
Ἀποσύρθηκα· πρόδωσα εἶπαν· ἀποσύρθηκα, λέω,
σέρνοντας, πετώντας, τέλος πάντων,
ἀρνήθηκα νά χρεωθῶ ἀκόμη μερικούς αἰῶνες
ἀθλιότητας, μόνο καί μόνο ἐπειδή θά λείπω.
Ὅ,τι δέν εἶναι γάγγραινα στή γλώσσα
εἶναι ἤδη ἀφόρητη πληγή.
Ἐξάλλου, ὅταν ἔχεις τόσο χρόνο στήν ἐξουσία σου,
ὁ κόσμος μπορεῖ ν' ἀγαπηθεῖ ἀπό τήν ἀρχή
ἤ νά τόν ξεχάσεις ἀπ' τήν ἀρχή.
Τά νοήματα πεθαίνουν καθημερινά, οὕτως ἤ ἄλλως·
ἀποσυντίθενται ἀπροσδόκητα γρήγορα.
Δέν προλαβαίνεις νά θάβεις.
Ἡ γῆ μυρίζει ἀσφυκτικά σιωπή.
Τελικά, ἐμφανίζονται καινούργια.
Τρίβονται ἀδέξια στά χέρια σου
[χέρια προπάντων ὁ ἄνθρωπος, θυμάσαι;]
καταθέτουν στά πόδια σου τήν πείνα καί τή δίψα τους,
τήν ὀρφάνια, τήν ἰσχνή ἀφοσίωσή τους.
Τά ταΐζεις τήν ἴδια ἔνδεια πού ἔθαψες χιλιάδες φορές.
Ὅταν δροσίζει, κουλουριάζονται κοντά σου ἱκανοποιημένα.
Κάτι εἶναι κι αὐτό, ὅταν ἔχεις τόσο χρόνο
στή διάθεση τῆς φθορᾶς σου.
Τί γνώριζα γιά τήν ἐπίμονη χορδή τῆς ἀστοχίας τους;
Πρόκειται ἴσως γιά ἀκαριαῖες ἐπιτάσεις
ἐκεῖ πού τίποτε δέν ἀντιστέκεται στόν πειρασμό
[στόν κορεσμό ἐπίσης]
ἐκεῖ πού τίποτε δέν ἀξιώνεται τό μέγεθός του,
τό σχῆμα του, τό βάθος, τή διαρκή ἀκύρωσή του,
αὐτό πού ἦταν νά 'ναι καί δέν εἶναι καί δέ θά 'ναι,
δέκα αἰῶνες Ἀριστοτέλης νά ματώσουν
κι ἄλλοι τόσοι Μέγας Βασίλειος ν' ἀφορμίσουν
μιά ψύχρα πρός τά ἐπάνω, μιά ζέστη πρός τά μέσα.
Πόσα δέντρα ρίζωσαν και φύλλωσαν ἔκτοτε;
Πόση πέτρα ἄποχώρησε; Πόση ἄμμος δέ μετρήθηκε;
Μιάν εἰκόνα περιφέρει ὁ ἄνθρωπος·
ἄδικα ταράζεται. Ὁ Ἄνθρωπος!
Μένει νά πονέσουμε, σύντομα, σχεδόν τώρα.
Στέφανε, ἔτσι κι ἀλλιῶς τό μέλλον ὑστερεῖ,
ἀναπτύσσεται καί δοκιμάζεται.
Τό παρελθόν σηκώνει ὅλο τό βάρος τῆς πραγματικότητας
πού εἶναι φωτεινή σάν φύλλο καί σκοτεινή σάν ρίζα
κι αἰφνίδια σάν καρπός ἤ θάνατος.
[Τρομερή ἀξίωση νά βρίσκεσαι ἐδῶ κάτω ζωντανός!]
Ὀνειρευόμαστε μιάν ὥρα πού θά κλείσει
τόν ἀνοιχτό λογαριασμό κάθε ταραγμένης ὥρας,
στό χρυσοφόρο βάθος τῆς ἀπελπισίας.
[Ἀπαράδεκτη ἀξίωση νά βρίσκεσαι ἐκεῖ πάνω ἰδιόκτητος!]
Ἀλλά, τί ἀγγίζει τήν οὐσία τοῦ ριγμένου στή ζωή;
Ἡ ἀποδοχή εἶναι ἐξίσου κενή μέ τήν ἀπόρριψη·
ἡ ἀπόρριψη ἐξίσου κενή μέ τήν ἀποδοχή.
Ἡ ἀπόφαση δέ σημαίνει τίποτε στό κέντρο της·
δέ χαράζει καμιά κατεύθυνση,
δέ διαγράφει καμιά δύναμη,
δέ διαθέτει δύο πρόσωπα
γιά νά διαπιστώσεις τό πρόσωπό σου:
σάν ἐλάφι στό δρόμο γιά τήν πηγή
ἤ σάν ἁλυσοδεμένος τρωγλοδύτης στό δρόμο γιά τό φῶς.
Ὁ κόσμος εἶναι πιά ἕνας θεμελιωμένος κόσμος.
Οἱ ἄνθρωποι γνωρίζουν ὁ ἕνας τόν ἄλλον
κι ὅλοι μαζί τίποτε γαλάζιο ἤ πράσινο,
κόκκινο, λευκό καί μαῦρο λίγο πρίν σημάνει χρυσάφι.
Ἀκολουθεῖ ἡ σιωπή μιᾶς πίστης
πού τήν ἐγκαταλείπουμε καί μᾶς ἐγκαταλείπει,
ἐνῶ οἱ μέρες συνεχίζουν ν' ἀντηχοῦν ἀμηχανία·
αἰῶνες τώρα, αἰῶνες ἀπό τώρα.
Στέφανε, φονιά τῶν ὀνείρων πού κραυγάζουν ψυχή
με χίλιες λέξεις ὀρθάνοιχτες
σάν στόματα πουλιῶν παγιδευμένων·
Στέφανε, πουλί σαρκοβόρο
πάνω στή βιασύνη τῶν φτερῶν του,
τί καίριο θ' ἀποφασίζαμε
σέ μιά στιγμή ἀναιδέστατης ἀμηχανίας;
Μέ ὅλες τίς δυνάμεις μας θά τείναμε πρός τό ἄμεσο μέλλον,
τό λιγότερο ἐπισφαλές μέλλον,
τό περισσότερο κερδοφόρο μέλλον.
Γιά νά δημιουργήσουμε, θά ἔπρεπε νά ἐλπίσουμε,
νά τείνουμε τό χέρι καί νά βαδίσουμε. Σ' αυτήν τήν πορεία,
οἱ πολυτέλειες τοῦ παρελθόντος θά καταντοῦσαν ἀνάγκες.
Ἡ πραγματικότητα θά ἔτρεχε νά κρυφτεῖ,
γιά ἄλλη μιά ἀκμαία φορά, σέ ὅ,τι φαίνεται.
Μιάν εἰκόνα περιφέρει ὁ ἄνθρωπος·
ἄδικα ταράζεται. Ὁ Ἄνθρωπος!
«Μά, πρόκειται για τραγωδία!» θά μοῦ πεῖς.
Ρωτῶ, τί γνωρίζει ἀπό τήν πληγή ὁ δήμιος;
Τήν ἐπιτυχή ἔκβαση μιᾶς μέρας κουραστικῆς·
τό πολύ ὁρισμένους ἐνοχλητικούς λεκέδες,
τήν τύφλα του, τήν κώφωσή του,
τήν πρόωρη ἄνοια τῶν ἀναστεναγνῶν του
γνωρίζει, ἀδελφέ μου! Τί θέλεις λοιπόν;
Τόν κόσμο κλεισμένο σ' ἕνα μεγάλο θολωτό οἰκοδόμημα,
γεμάτο σπηλιές κι ἄπλυτους στρατιῶτες
καί πεινασμένους ἀγρότες καί ἀστυνομευόμενους εἵλωτες;
Πρέπει νά μᾶς συντρίψει, πρωί-πρωί,
ἡ ἀνάγκη τῆς ἔκτακτης δραστηριότητας,
σάν ἕνα μπρούτζινο άμόνι, πέφτοντας ἀπό τόν οὐρανό
ἐννέα μέρες καί ἐννέα νύχτες [συνεχῶς];
Πρέπει νά μᾶς συνθλίψουν
λιγότερο ὁμοιόμορφοι καί αὐστηροί κανόνες,
ἐπειδή οἱ περιστάσεις εἶναι κρίσιμες
καί ἡ κατάσταση ρευστή καί εἶμαστε ἀναγκασμένοι
νά βρίσκουμε μεθόδους νέες και ἀποτελεσματικές
γιά νά ὑπερασπιστοῦμε τό θάνατο ἀπό γερατειά
μπροστά στό θάνατο ἀπό νιάτα;
Μή χτυπᾶς τούς βασιλιάδες παρά μόνο κατακέφαλα.
Ἀλλιῶς ἀσχολήσου μέ τήν κοινωνονιολογία τῶν θεσμῶν
κι ἄσε τούς ἄλλους νά σοῦ φέρνουν τό ἐργαστηριακό ὑλικό·
τό αἷμα βάφει μόνο στό πεδίο τῆς μάχης.
Στέφανε εἶσαι ὁλότελα τυφλός;
Καί βέβαια ἡ τιμή τῆς ἄγνοιας θ' ἀνέβει.
Δέν ὑπάρχει ἄλλη λύση. Εἶναι μιά λύση
πού προκαλέσαμε ἐμεῖς, οἱ «φωτισμένοι».
Αὐξήσαμε τήν τιμή τῆς ἀπορίας
πού τούς προμηθεύσαμε, τό ἴδιο
καί τήν τιμή τῆς ἐπινοητικότητας.
Ἀγόραζαν τήν ἀκαθάριστη ἀλήθεια μας,
τήν ἐπεξεργάζονταν καί μᾶς τήν ἐπέστρεφαν
ἑκατό φορές πιό ἀκριβή. Εἶναι νομίζω
δίκαιο νά πληρώσουμε ἐπιτέλους
περισσότερο γιά τήν ἀλαζονία μας·
ἄς ποῦμε δέκα φορές φορές περισσότερο, μέ σιωπή.
Τί ἄλλο; Εἶσαι ἔτοιμος, μόλις τελειώσει ἡ μάχη
ν' ἀρχίσει ἡ σφαγή; Ὁ στρατός
νά ψάχνει τούς ἐξεγερμένους πού κρύβονται,
νά μπαίνει στά σπίτια γιά νά συλλάβει
ὅσους ἐπιχειροῦν νά διαφύγουν,
ὀργανώνοντας ἀληθινές κολάσεις
πίσω ἀπό κάθε θάμνο; Ἄμαχοι ἄνθρωποι
νά συνωθοῦνται στούς φεγγίτες τῶν ὑπογείων,
γιά ν' ἀδειάσουν τά ὅπλα τους φρουροί ἐρεθισμένοι
ἀπό τή μυρωδιά τοῦ ξένου θανάτου.
Τόσοι νεκροί! Πόσοι δέν ξέρουμε.
Ἄς μείνουμε στήν ἀοριστία,
γιά νά εἶμαστε, ὅπως πάντα, ἀκριβεῖς μέ τά λεγόμενα
καί ἄσχετοι με τά νοούμενα. Στέφανε, Στέφανε,
στό αἷμα πηγαίνει τό τσακάλι, ὄχι τό λιοντάρι.
Λυπήσου λοιπόν τόν ἑαυτό σου κι ἐμένα
πού ἀνησυχῶ καί δέ λυπᾶμαι παρά μόνο τά δάκρυά μου,
γιατί τέτοιος λάσπωσα τά χέρια τοῦ θεοῦ.
Σέ λίγο, ὁ οὐρανός καί ἡ γῆ θ' ἀποχωρήσουν
στό τρεμούλιασμα μιάς φλόγας, χωρίς κερί, οὔτε φλόγα.
Ποῦ θά βρεθεί τόπος - πές μου ἄν μπορεῖς-
γιά ὅσους φορτώθηκαν τόσο σκοτάδι;
Ἴδιοι μέ δαίμονες ἤ καί χειρότεροι ἴσως,
θά καταντήσουν πρόσφοροι γιά κάθε εἴδους τιμωρία,
μέχρι νά βγοῦν ἀπό τήν παλιά τους πλάνη
καί νά ἐξαγνιστοῦν στό φῶς τῆς καινούργιας
πού θά ὁμολογεῖται παντοῦ· στίς πόλεις, στά χωριά,
στίς γειτονιές, στίς πλατεῖες, μέ εἰκόνες καί σημάδια
καί μορφασμούς· μόνον ὄχι μέ λόγια καί ἔργα.
Δέ βλέπεις, Στέφανε, πώς θά βρεθεῖς,
ἄπιστος τή μέρα τῆς πίστης καί πιστός τή μέρα τῆς ἀπιστίας,
ὑποφέροντας μιά δριμύτερη Κόλαση ἀπό ἐκείνους
πού δέ γνώρισαν καθόλου Κόλαση;
Ἡ πρώτη σιωπή δική μου, ἡ δεύτερη δική σου!
Φύλαξε τούς δρόμους τῆς γλώσσας σου·
κάνε τό στόμα φυλακή καί κλεῖσε ἔξω τά θύματά σου.
Ἕνας κόσμος ἀποφασισμένος, δέν εἶναι κόσμος.
Ἑτοιμάσου! Ἔχεις νά θερίσεις
τό παράπτωμα μιᾶς ἀπέραντης ἐλευθερίας
πού λέει γεράκι ὅταν τρέχει ἑρπετό
καί λέει φίδι ὅταν πετάει πέτρα.
Μιάν εἰκόνα περιφέρει ὁ ἄνθρωπος·
ἄδικα ταράζεται. Ὁ Ἄνθρωπος!
Ἔζησα ἤδη ἀρκετά.
Θά μείνω μέ τό σφάλμα τῆς πληγῆς μου.
Τέλειωσα. Σέρνεται πάλι ἡ ψυχή, τήν ἀκούω.
Δέν τρίζει, σφυρίζει. Δέν κρύβεται, κυκλώνει.
Μέ χρειάζεται, μέχρι νά ἐκτίσει τόν κόσμο.