I II III IV

ΙΙΙ
ΕΡΩΤΕΥΜΕΝΗ

[Ἕνας δειλός, ἔφεδρος γλόμπος προσπαθεῖ νά φωτίσει τό μοναδικό δωμάτιο τοῦ μικροῦ διαμερίσματος. Οἱ τοίχοι γυμνοί. Οὔτε ἕνα παλιό ἀνώνυμο τοπίο, οὔτε μιά φωτογραφία γάμου, μέ σκουριασμένα πρόσωπα καί ὑγρασιασμένα χέρια. Στό ἕνα ἀπό τά δύο μεγάλα ξύλινα κρεβάτια, ἕνας νεαρός τραυματισμένος βαριά. Στό ἄλλο, μιά νέα γυναίκα λεπτή, ὄμορφη σάν ἀνοιξιάτικη βροχή, σχεδόν κορίτσι, στηρίζει ἕνα μπλόκ ἀλληλογραφίας στά γόνατά της και γράφει. Τά δάχτυλά της κρατούν τό στιλό μέ μιάν ἀριστοκρατική ἄνεση, σπούδαζε Ψυχολογία ἄλλωστε. Ὡστόσο, φαίνονται ταλαιπωρημένα. Τό ἴδιο καί τό βλέμμα της, καθώς κοιτάζει μέ τρόμο τό νεαρό τραυματία. Τά χείλια της, κόκκινα σάν κεράσια, δείχνουν πώς πρέπει νά ἀγαπήθηκε πολύ. Δέν ἔχει σημασία πώς βρέθηκε μόνη σ' αὐτό τό ἄθλιο δωμάτιο, μέ ἕνα σχεδόν νεκρό ἄγνωστο. Σημασία ἔχει πώς ὁ μόνος ἄντρας πού ἀγάπησε πραγματικά ὑπῆρξε σπουδαστής τῆς Θεολογίας, τώρα κατηγορούμενος γιά ἐγκλήματα πολέμου. Σ' αὐτόν γράφει. Τό γράμμα ἔπεσε στό πάτωμα καί πατήθηκε καί σκίστηκε καί κομματιάστηκε, ὅταν ὁ στρατός ἄδειασε βεβιασμένα τόν καταυλισμό προσφύγων. Ἐξάλλου, ἀκόμη κι ἄν τό ταχυδρομοῦσε, θά ἦταν μάλλον ἀπίθανο νά ἔφτανε στόν προορισμό του. Ἡ τύχη τῆς γυναίκας ἀγνοεῖται. Κάπου στά Βαλκάνια. Νύχτα.]

 

πειδή σ' ἀγάπησα, σάν ὄνειρο μέ ἀμέτρητες φωτιές
πίσω ἀπ' τίς ράχες τῶν βουνῶν,
σοῦ γράφω καίγοντας τήν τελευταία μου σπίθα·
ἐγώ, μιά πορφυρή, παράξενη φυγή,
πυρπολημένη ἀπό ἀτέλειωτη λύπη.
Θυμᾶσαι; «Φεύγεις σάν ἐλάφι κυνηγημένο·
ἄν γλυτώσεις σάν σπουργίτι θά 'ναι θαῦμα!»
Ἐπιβίωσα ἁπλά σάν ἄνθρωπος
ἀποφασισμένος νά ἐκδικηθεῖ τήν ἀδικία τῆς βαρύτητάς του.

Ἄρχισα νά περιφέρομαι στήν πόλη
πού θά φώλιαζα τή σκόνη τῆς ὑπόλοιπης ζωῆς μου
καί τήν ὑγρασία τῆς ὑπόλοιπης ζωής μου.
Ὅλα μοῦ ἔδιναν ταυτόχρονα μιάν ἐντύπωση
πού θά ρίζωνε καί μιάν ἄλλη πού θά ταξίδευε συνεχῶς.
Ἔβλεπα, κάθε μέρα, τά ἴδια σπίτια καί,
καθώς ἤξερα πώς ἦταν τά ἴδια,
τ' ἀγαποῦσα σταθερά μέ τό ἴδιο ὄνομα.
Ὕστερα, ἔνιωσα πώς εἶχα φέρει μαζί μου περισσότερα
ἀπ' ὅσα δάκρυσα ἤ δέν ἔφτασα ποτέ!
Πολύ ἀργότερα κατάλαβα πώς ἤσουν κοντά μου
ἤ πώς ἤμουν μαζί σου - ἀπό μιάν ἄποψη
τό ἴδιο κάνει· ἀπό μιάν ἄλλη κινδύνεψα νά τρελαθῶ.
Νόμιζα πώς τό σῶμα μου δέν ταίριαζε μέ τό δικό σου,
ὡστόσο τώρα ξέρω τί προσπαθοῦσε νά ξεχάσει
ἐκείνη ἡ δίψα πού ἄναβε μέσα μου,
κάθε φορά πού ξεδιψοῦσα ἄλλο σῶμα.
Μέ εἶχα ξεχάσει στήν ἀγκαλιά σου καί καθώς
δέν σ' ἀγκάλιασα ποτέ, δέν ἤξερα τί ἔπρεπε νά θυμηθῶ,
ν' ἀναζητήσω, νά πάρω πίσω ἤ νά δώσω
κι ἄς ἔμενα ἕνα τίποτε πού δέ σέ πόθησε ποτέ.
Κοιτοῦσα τόν οὐρανό - πόσο αἷμα
σπατάλησα στίς φλέβες μου γιά νά ξεφύγω
τά γαλάζια ψέματά του - κι ἀφηνόμουν νά φτωχαίνω
τή φτώχεια ὅλων. Μά εἶναι ἀπίστευτο πόσο διαφέρουν
οἱ ἄνθρωποι στόν τρόπο πού σκορπᾶνε τίς ἐλπίδες τους.
Οἱ περισσότεροι αὐτοσχεδιάζουν: φαντάζονται
ὅ,τι μπορεῖ νά περάσει ἀπ' τό μυαλό τους,
προκειμένου νά κρατηθοῦν στό ναυάγιο τῆς εἰκόνας τους·
ὁρισμένοι ἀποδέχονται τήν κατάντια τους
σάν νά τήν περίμεναν γιά νά ὑπάρξουν ἐπιτέλους
ἀκέραιοι. Μετά ἦρθε ἡ φωτιά νά κατοικήσει
τά σπίτια πού δέν ἔκαιγαν οἱ ἴδιοι
ἀπό μιάν ἀνεξήγητη αὐτοσυγκράτηση
ἤ μιάν ἐντελῶς δικαιολογημένη
αἴσθηση ματαιότητας. Κι ἐνῶ ἡ πόλη
γινόταν ἀκατάσχετη στάχτη
κι ὅσοι θυμοῦνταν ξαφνικά πώς ζοῦν ἀκόμη
προσπαθοῦσαν νά γλυτώσουν
ἀπό τό θάνατο τό θάνατό τους,
ἐγώ κοιμόμουν μιάν αὐλή γεμάτη τριαντάφυλλα.
Εἶχα γυρίσει σπίτι. Φύτευες δυό χέρια εὐκάλυπτο,
κι ἀνάσαινα ἕνα στῆθος ἀπόγευμα
γεμάτο ψυχές ἐργατικές καί τεμπέλικα μωρά.
Ἄνοιξες τό βράδυ· φοροῦσα κατάσαρκα δροσιά
γεμάτη τριαντάφυλλα ἀπ' τή μικρή αὐλή. Κατάπια
δυό γλυκόξινα κεράσια, ὅταν μ' ἀγκάλιασες...

Ξέρω πώς ὁ γέροντας εὐκάλυπτος
δέν παλεύει μέ τόν ἄνεμο πιά,
μά οὔτε ἐγώ μέ τά ὄνειρά μου.
Εἶμαι βέβαιη: ἡ ψυχή πεθαίνει
ὅταν χάσει τήν αὐλή, πού ὀνειρεύτηκε συχνά
ἀπό χαρά ἤ ἀπελπισία, ἀπό ἔρωτα ἤ δειλία.

Συντόμευε! Δική σου!

 

 

Γιῶργος Μπλάνας, ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ, ΕΝΑ ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΠΟΙΗΜΑ