I II III IV

IV
ΑΜΑΧΟΣ

[Ἕνας ἄντρας βαδίζει στό στενό πεζοδρόμιο. Ἕνα σκυλί, ἀκολουθεῖ τά βήματά του· κάποτε μπαίνει μπροστά. Τόν κοιτάζει. Ὁ ἄντρας τό διώχνει, ψιθυρίζοντας κάθε φορά τά ἴδια μεθυσμένα λόγια. Δέν εἶναι στόν τόπο του, οὔτε ἐλπίζει νά γυρίσει σύντομα. Δέν ἔχει σημασία. Οὔτε πώς ὑπῆρξε φοιτητής τῆς Κλασικῆς Φιλολογίας. Σημασία ἔχει πώς ἀπό λίγο γλύτωσε τό θάνατο στό στρατόπεδο προσφύγων πού τόν εἶχαν μεταφέρει. Κάπου στά Βαλκάνια. Νύχτα.]

 

Ξένος σέ ξένο τόπο τί νά πῶ καί τί νά κρύψω,
κυκλωμένος ἀπό τήν καχυποψία;
Πές μου. Τουλάχιστον ἐσύ
κάτι θά ξέρεις παραπάνω
γι' αὐτό τό ἀπίστευτο λαγούμι,
πού μυρίζει ἀνθρώπινο αἷμα ὅταν βρέχει,
καί μυρίζει βροχή ὅταν ματώνει.
Μίλα ἤ σβῆσε μόνος σου· νά λείπουν
θαύματα καί μαγεῖες καί κόλπα!
Φύγε ἀπ' τό δρόμο μου· τραβήξου!
Μπορῶ νά τρεκλίσω τό δικό μου σκοτάδι.


Ἄνω Δολιανά Ἀρκαδίας - Ἀθήνα, 2001

 

 

Γιῶργος Μπλάνας, ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ, ΕΝΑ ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΠΟΙΗΜΑ