Στάσου εκεί, βουρκόπαιδο· εκεί, πίσω απ’ τον βράχο.

Κανείς δεν πλησιάζει μια γυναίκα ασφυκτικά μοναχική, μέσα σε τόση διαύγεια, δίχως απώλειες σε ψυχή.

Εκμεταλλεύσου —σε προτρέπω— την προθυμία μιας νύχτας κρεμασμένης απ’ τα χείλη της σιωπής,

κι αν θες να φύγεις αποδώ μόνο με μιαν αυτάρεσκη πληγή που, αργά ή γρήγορα, θα ξεχαστεί κι αυτή στην πανδημία της ζωής σου,

μην τολμήσεις να σηκώσεις το βλέμμα από τη γη. Δεν πρόκειται ν’ αντέξεις.

Εκτός αν δεν σου έμαθαν να βλέπεις τα στοιχειώδη· πράγμα μάλλον απίθανο· άπληστοι είναι, όχι βλάκες:

ιερείς, στρατιωτικοί, πολιτικοί, φιλόσοφοι (νομοταγείς κι επαναστάτες), οικόσητα μιας μολυσματικής αλήθειας, που ωστόσο δεν τους στέρησε ποτέ τα προς το ζειν.

Πόσες φορές την έφεραν στο χείλος της ασητίας... άλλος βούρκος αυτός!

Έτσι κι αλλιώς είναι οι μόνοι που υπάρχουν· επαρκώς.

Γιώργος Μπλάνας - ΤΕΡΑΤΟΥΡΓΗΜΑ
     Σελίδα 2