Οι άλλοι, εμείς: τα τέρατα, κι εσείς: οι ευέλπιδες —ποιας ακατάσχετης αφέλειας κανείς δεν φαίνεται να ξέρει·
προς το παρόν— οφείλουμε να καταφεύγουμε στα όνειρα, να είμαστε όνειρα, να λιμοκτονούμε με τ’ αποφάγια —ο ένας του άλλου— των ελπίδων και των φόβων μας.
Κι όταν τους πνίξει από παντού η ανάγκη ν’ ανασάνουν λίγη από κείνη την αιώνια απάτη, την έναστρη, ουράνια, την ζοφερή απάτη του σύμπαντος, ξέρουν αυτοί ποιους διαλέγουν.
Μυρίζεις προσδοκία από μακριά: σκέψεις υπόδουλες, θρεμμένες με την νοσηρή ευφρόσυνη, την άρρωστη κινητικότητα του εξαπατημένου δούλου· πράξεις ανόητες —ανόητε— που δεν οδηγούν πουθενά εκτός πυθμένα.
Τα στάσιμα νερά είναι, βέβαια, πάντα νερά: βρώμικα, σκουληκιασμένα, αλλά νερά. Τέλος πάντων, μπορούν το ελάχιστο, το στοιχειώδες: να πνίξουν τον ανύποπτο.
Κατάλαβες, βουρκόπαιδο; Θέλει ένα δόντι εξυπνάδας στη μασέλα του ζώου, που πασχίζει να σκεφτεί μέσα του, καθένας για να κυλιστεί στο βούρκο της πραγματικότητας, δίχως να πνιγεί.
Κι αν δεν κάνω λάθος, είσαι ακόμη ζωντανός. Ανύποπτος, κάπως ανόητος, αλλά ζωντανός.
Κράτα το βλέμμα σου, λοιπόν, και κράτα την απόσταση που θα σου δώσει μια σίγουρη—καίτοι μολυσματική, κάπως οδυνηρή και πάνω απ’ όλα χρόνια— διάκριση στον βάλτο της πόλης σου.
Άλλη η δική μου αρρώστια. Δεν είναι για τα μάτια σου.
Πες μου τώρα τι θέλεις. Έχει σημασία να το ακούσεις.
Όσο για μένα... ξέρω καλά πως δεν ανέβηκες τόσο σκοτάδι χάριν πνευματικής αναψυχής.
Αν και δείχνεις αρκετά αφελής, ώστε να σ’ έπεισαν, ίσως, πως θ’ αντικρίσεις στην ερημιά κάποιο είδος αλήθειας.
Φαίνεται πως οι σοφοί άρχισαν ήδη να μιμούνται τις σαύρες. Ή μήπως όχι; Μίλα!